24 Μαρτίου 2025

Ο Κολοκοτρώνης!

 

- Κολοκοτρώνα! Κολοκοτρώνα! Ἔτσι ἔλεγαν οἱ ἐχθροὶ καὶ τὸ αἷμά τους ἐπάγωνε. Ἡ φαντασία τους τὸν ἔπλαθε τεράστιο γίγαντα μὲ τρία μάτια. Τὸ μεσανό, πελώριο, ἐπάνω ἀπὸ τὴ μύτη, στὸ μέτωπο. Τὸν ἤθελαν τριχωτὸ σὰν ἀρκούδα· μὲ φοβερὰ δόντια κάπρου, γυριστὰ, κοφτερὰ σὰν χαντζάρια.

-Καὶ πῶς τὸν ἐφαντάσθηκαν οἱ Εὐρωπαῖοι; Μεγαλοκέφαλο, τρομερὸν ἀτσίγγανο μ’ ἀλλοίθωρα μάτια.

-Καὶ οἱ ἄλλοι, ποὺ τὸν εἶδαν κοντά; Μυτερὸ σταχτόχρωμο βράχο, ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ εἶναι σπαρμένοι στὸ Αἰγαῖο, ἄγρια μορφή, σκαμμένη ἀπὸ τὸν καιρό, χαλασμένη ἀπὸ τὸν πόλεμο, φαγωμένη ἀπὸ τὴν ἀδιάκοπη ἀνησυχία, ὅμοια μὲ βράχο, ποὺ τὸν δέρνουν τὰ κύματα. Καὶ ἕνας Γάλλος συνταγματάρχης, ποὺ ἦταν μαζὶ μὲ τὸν Κολοκοτρώνη στὴν Τρίπολη, σ’ ὁλάκερη τὴν πολιορκία, τοῦ κολλάει ἕνα μουστάκι πελώριο.

-Ἕνας νέος εἶχε φθάσει ἀπὸ μακρυά, στὰ 8 , πρόσφυγας στὴν Τρίπολη. Μὲ φαντασία γεμάτη ἀπὸ τὰ παραμύθια καὶ τοὺς θρύλους γιὰ τὸν Κολοκοτρώνη, ἔτρεξε, ἅμα ἔφθασε, στὸ σπίτι του νὰ ἰδῇ τὸ ὑπεράνθρωπο τέρας. Εὑρῆκε κόσμο πολὺ ἐκεῖ πέρα. Ὁ Γέρος ἦταν μὲ ἄλλους καπεταναίους, σὲ ἕνα ἰσόγειο δωμάτιο, ἀμέσως μετὰ τὴν αὐλή. Λαὸς καὶ ἔνοπλοι ἀκόλουθοι ἔφραζαν τὴν πόρτα. Ὁ νέος δὲν μποροῦσε νὰ ἰδῇ τίποτα, ἔσπρωχνε καὶ σπρωχνότανε νὰ ἀνοίξῃ δρόμο. Ὁ Οἰκονόμου, ὁ γραμματικὸς τοῦ ἀρχηγοῦ, τὸν εἶδε ἔτσι, ποὺ σπρωχνότανε, κι αὐτὸ τοῦ ἐκίνησε τὴν περιέργεια.

- Ποῦ θὲς νὰ πᾶς; τὸν ἐρώτησε. Τί γυρεύεις;

- Νὰ ἰδῶ τὸν Κολοκοτρώνη.

Ὁ Οἰκονόμου τὸν ἐβοήθησε νὰ φθάσῃ ἕως τὴν θύρα.

- Μὰ ποιός εἶναι; Ποιός;

Ἐκοίταξε ὅλους τοὺς ἄλλους, ἔξω ἀπὸ τὸ Γέρο, καὶ ἂς ἦταν ὀρθός. Ὅταν τοῦ εἶπαν τέλος «αὐτὸς εἶναι », ἀπόμεινε βουβός, σὰν κάποιος ποὺ βλέπει νὰ σωριάζεται ἐμπρός του πύργος τετράψηλος. Δὲν μποροῦσε νὰ ᾽ρθῇ στὰ σύγκαλά του. Σὰ νὰ μὴν ἦταν ἐκεῖ κανένας ἄλλος, εἶπε δυνατὰ μιλῶντας μὲ τὸν ἑαυτό του:

- Μπά! εἶναι σὰν ὅλους τοὺς ἀνθρώπους.

Ἄν τὸ φυσικὸ μποροῦσε ποτὲ νὰ δώσῃ τὴν παραμικρὴ ἰδέα τοῦ μεγαλείου τῆς Ψυχῆς, νὰ ζωγραφίση τὴν 2 ἀπροσμέτρητη δύναμί της, ὑτὸ δὲν ἦταν σίγουρο τὸ δικό του φυσικό. Ἀνάστημα μέτριο, κορμὶ κανονικό, συμμετρικό, λιγνό, σβέλτο, χωρὶς τίποτε τὸ ἐξαιρετικό. Ἐμπρὸς σὲ ἄλλους κλέφτες θὰ φαινότανε νᾶνος. Ἡ μορφή του, σουρωμένη, ξεροψημένη, ἔδειχνε ἀκόμη πιὸ ἀδύνατη μέσα στὰ μακριὰ μαλλιά του, ποὺ ἐκυμάτιζαν στοὺς ὥμους. Τὸ μέτωπό του, ψηλὸ καὶ στερεό, αὐλάκωναν δυὸ - τρεῖς βαθειὲς ρυτίδες. Ἡ μύτη του, κάπως χονδρή, μεγαλούτσικη, ἐλαφρὰ γυριστή· Δυὸ μεγάλες γραμμὲς ἐπάνω ἀπὸ τὸ δασὺ μουστάκι κατέβαιναν ἀπὸ τὴν ἄκρη τῶν ρουθουνιῶν καὶ ἔζωναν μὲ ἕνα μισοφέγγαρο τὸ πλατύ, παχὺ στόμα του.

-Ἕνα δόντι ἐκαβαλλίκευε λιγάκι τὸ κάτω χεῖλος, ποὺ δὲν ἔσμιγε ἐντελῶς μὲ τὸ ἐπάνω. Τὸ σαγόνι του ἄρχιζε μὲ ἁδρὴ γραμμή, ἔσβηνε ὅμως πιὸ κάτω ἁπαλά. Δὲν εἶχε μεγάλα μάτια, Κάτω ἀπὸ πυκνὰ φρύδια, μέσα στὶς βαθειὲς κόγχες τους, ἐφαίνονταν μάλιστα μικρότερα πολὺ ἀπὸ ὅσο ἦταν πραγματικά. ῾Η ἔκφρασίς τους ἐστεκόταν ὅλη στὴν ματιά του. Ἥσυχη, ἄμεση, ἄτρομη, τχωνόταν ὁλόϊσα, σὰν μύτη ἀτσαλιοῦ, στὸ εἶναι τῶν ἄλλων! ῏Ηταν κοντολογῆς μορφὴ χαρακτηριστική, μὰ ὄχι φωνακτή· καὶ αὐστηρή, χωρὶς νὰ εἶναι ἄγρια. Κάτι ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ξαφνιάση στὸ τραχύ του πρόσωπο δὲν ἦταν οὔτε μύτες, οὔτε στόματα, οὔτε μῆλα πεταγμένα καὶ βαθουλώματα, μὰ ἕνας ἀέρας, γεμᾶτος χριστιανικὴ ἐγκαρτέρησι, βαθειὰ καλωσύνη καὶ ἀνθρωπιά, μιὰ γλύκα σὰν ἀσκητής, ποὺ δὲν ἤξερες τὶ γυρεύει σ’ ἕναν πρωτοκλέφτη, ποὺ εἶχε σπείρει μὲ ἀνοικτὰ τὰ χέρια, τόσες φορές, τὸν θάνατο.

-Εὔκολο δὲν ἦταν νὰ διαβάσης αὐτὴ τὴν μορφή. Κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιφανειακὴ ἁπλότητά της, ἐξεχώριζες τὶς πιὸ σύνθετες καὶ ἀπροσδόκητες ἑνώσεις. Ἔφθανε πολλὲς φορὲς ἕνας λόγος, γιὰ νὰ πάρῃ τὸ ἥσυχο μάτι του μιὰ ἔκφρασι τρομερή, παγερή.  

-Τὸ πρόσωπό του ἄλλαζε ἀπότομα. ῾Ο ἀγγελικὸς ἀέρας τῆς ταπεινοφροσύνης καὶ τῆς ὑποταγῆς, ἡ ἐγκαρδιότης καὶ ἡ γλύκα ἔσβηναν στὴν στιγμή. Ἐφώναζε σὰν λιοντάρι. Καὶ ἀντιλαλοῦσαν τὰ φαράγγια τοῦ Μωριᾶ, σὰ νὰ ἐβροντοῦσε ἀπὸ ψηλά. Τὸ ἴδιο καὶ στὸ ξέσπασμα τοῦ κεφιοῦ του. Μὰ ἕνας μονάχα θὰ μποροῦσε νὰ σταθῆ πλάϊ του. Ὁ νικητὴς τῆς Ἀράχοβας. Μεγάλος στρατιώτης, γεννημένος στρατηγός, ὁ Καραϊσκάκης.  

   

- Ἀλλὰ θὰ ἐστένευε καὶ ἕνας πολὺ παράξενα τὴν μορφὴ τοῦ Γέρου, ἂν τὸν ἔπαιρνε σὰν ἁπλὴ στρατιωτικὴ ἀξία. Ὁ Ἰμπραὴμ μάλιστα ἔφθασε νὰ πῆ, ὅτι ὁ Κολοκοτρώνης, ὡς στρατιωτικός, δὲν ἄξιζε δυὸ παρᾶδες! ῎Οχι σωστός, βέβαια, λόγος, ἀφοῦ καὶ αὐτὸς ὁ Γάλλος στρατηγὸς Ραιμπώ, ποὺ δὲν ἐχώνευε διόλου τὸν Κολοκοτρώνη, τοῦ ἀναγνωρίζει τὴν «φυσικὴ ἀντίληψι τοῦ πολέμου», μὲ ἄλλα λόγια τὸ στρατηγικὸ μυαλό. -Μὰ ὁ Κολοκοτρώνης δὲν εἶναι μονάχα ὁ μεγάλος πολέμαρχος. Εἶναι κάτι πολὺ πλατύτερο ἀπ’ αὐτό, Εἶναι ὁ γνήσιος «ἄνθρωπος τοῦ Εἰκοσιένα». Δὲν ὑπάρχουν γιὰ τὸν Κολοκοτρώνη ραγιάδες.

- Ἕλληνες! φωνάζει στὸν ἐλεύθερο λαό, ποὺ θέλει νὰ ξεσηκώσῃ ὁλάκερο.

Βλαστάρι τοῦ Μωριᾶ, μιλεῖ σὰν ἀρχηγὸς λαοῦ, ποὺ δὲν ἐδέχθηκε ποτὲ ζυγό. Εἶναιγεμᾶτος ἀπὸ τὴν ἀνάμνησι καὶ τὴν ὑπερηφάνεια γιὰ τὰ παλιὰ Ἑλληνικὰ τρόπαια. Ἔρχεται νὰ ξαναδέση τὴν κομμένη παράδοσι.

 Ὅταν ἐπῆραν τὸ Ναύπλιο, ἐπῆγε ὁ Ἄγγλος πλοίαρχος Ἅμιλτον καὶ τὸν εἶδε. Τοῦ εἶπε ὅτι ἔπρεπε νὰ ζητήσουν οἱ Ἕλληνες συμβιβασμὸ καὶ ἡ Ἀγγλία νὰ μπῆ στὴν μέση.

- Αὐτὸ δὲν γίνεται, εἶπε ξερὰ ὁ Κολοκοτρώνης. ᾽Ελευθερία ἢ θάνατος! ᾽Εμεῖς ποτὲ συμβιβασμὸ δὲν ἐκάμαμε μὲ τὸν 2 Σουλτάνο. Ἄλλους ἔκοψε, ἄλλους ἐσκλάβωσε μὲ τὸ σπαθὶ καὶ ἄλλοι, καθὼς ἐμεῖς ἐζούσαμε ἐλεύθεροι ὰπὸ γενιὰ σὲ γενιά. Ὁ βασιλέας μας ἐσκοτώθη· καμμιὰ συνθήκη δὲν ἔκαμε. Ἡ φρουρά του εἶχε παντοτινὸ πόλεμο μὲ τοὺς ἐχθροὺς καὶ δυὸ κάστρα ἦταν ἄπαρτα.

- Ποιά εἶναι ἡ φρουρά του; Καὶ ποιά τὰ κάστρα;- Ἡ φρουρὰ τοῦ βασιλιᾶ μας εἶναι οἱ κλέφτες. Καὶ τὰ κάστρα μας ἡ Μάνη, τὸ Σούλι καὶ τὰ βουνά.

Ὀκτὼ γενιὲς Κολοκοτρωναίων ἐστάθηκαν μὲ τὸ σπαθὶ στὸ χέρι. Ἀβοήθητος, ἀφημένος τόσες φορὲς ἀπὸ τὸ πρῶτο φυσέκι. Καὶ ὅμως ἐφύσησε στοὺς ῞Ελληνες τὴν ἀδάμαστη πνοή, ποὺ ἐψύχωνε τὰ δικά του στήθη. Τοὺς ἁπλοῦς γεωργούς, ἀπὸ λαγούς, ποὺ ἔτρεμαν τὰ ὅπλα καὶ ἄκουγαν «ἐχθρὸς» καὶ ἐγίνονταν ἄφαντοι, σὲ λίγες ἑβδομάδες μέσα τοὺς ἀνέδειξε ἥρωες καὶ σὲ λίγο ἐρωτοῦσαν:

- Ποῦ εἶναι οἱ ἐχθροί; Γιὰ νὰ τοὺς κυνηγήσουν.

Τοὺς ἔμαθε νὰ ἀγαπιοῦνται, νὰ πονοῦν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, τόσο νὰ φυλάγωνται ὅσο καὶ νὰ ἀψηφοῦν τὰ βόλια. Νὰ μάχωνται ἐναντίον τοῦ ἱππικοῦ, νὰ ρίχνουν φρούρια δυνατά, νὰ συντρίβουν καὶ νὰ σκορπίζουν στρατιές· νὰ σέρνουν νικημένους τοὺς πασᾶδες, νὰ κερδίζουν μὲ τὸ σπαθί τους ἄρματα βαρύτιμα καὶ μυριοπλουτισμένα.

Στὰ Δερβενάκια, στὴν καταστροφὴ τοῦ Δράμαλη, ἕνας νέος χωριάτης μὲ μιὰν ἀγκλίτσα ἐστεκόταν ἐμπρός του καὶ ἐχάζευε.

- Τί εἶσαι ἐσύ, Ἕλληνα;

- Βοσκός,

- Καὶ γιατί δὲν πᾷς νὰ πολεμήσῃς;

- Δὲν ἔχω ἄρματα.

- Καὶ ἡ ἀγκλίτσα εἶναι ὅπλο, ῞Ελληνα! Πήγαινε μ’ αὐτὴ νὰ σκοτώσῃς τοὺς ἐχθροὺς καὶ νὰ πάρης τ’ ἄρματά τους.  

Ἐγύρισε κάποτε σὰν ἀστακός, ἐτρόμαξε καὶ ὁ ἴδιος νὰ τὸν γνωρίσῃ. Τὸν εἶχε ἀλλάξει σὲ πολεμιστὴ μέσα σὲ λίγες ὧρες. Ἐφύτεψε τὴν ἀσάλευτη πίστι του βαθιὰ στοὺς ἄλλους. Καὶ στὶς πιὸ δύσκολες ὧρες, ὅταν καὶ οἱ δυνατώτεροι ἐλύγιζαν σὰν καλάμια, ἔφθασε νὰ κτυπήση τὴν γῆ μὲ τὸ σπαθί του, γιὰ νὰ βγάλη νέους πολεμιστάς.

«Ὁ Γέρος τοῦ Μωριᾶ» Σπύρος Μελᾶς (Διασκευή)

-Από το Αναγνωστικό της ΣΤ΄Δημοτικού 1955